Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

ΛΕΥΚΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ( θα είναι σύντομα στις Ρομαντικές Περιπλανήσεις.)
















Ένα κείμενο που προμηνύει το αφιέρωμα για τον καλλιτέχνη που λατρεύει τη νοσταλγία και τις βόλτες στην Αθήνα τη νύχτα, Ρ.Χ.

Η εβδομάδα ξεκινά δίχως προσδοκίες, αλλά μέσα μου υπάρχει πάντα εκείνη η εσωτερική φωνή που ψιθυρίζει πως κάτι όμορφο μπορεί να γεννηθεί από το απλό, από το αβέβαιο. Είναι Δευτέρα—η μέρα που σε καλεί να βάλεις σε τάξη τις σκέψεις σου, να ισορροπήσεις ανάμεσα στο πρέπει και το θέλω. Κοιτάζω τη λίστα με τις εκκρεμότητες, ένα παιχνίδι ανάμεσα σε υποχρεώσεις και όνειρα που περιμένουν να ζωντανέψουν. Τόσα έχουν αλλάξει στην καθημερινότητα μου, αλλά το χαρτί μπροστά μου παραμένει σταθερό, έτοιμο να απορροφήσει ό,τι κουβαλάει η ψυχή μου.

Το ρολόι συνεχίζει να μετρά τον χρόνο—ακούγεται σχεδόν σαν μελωδία που οδηγεί τη μέρα. Βάζω ραδιόφωνο, και ξαφνικά, το δωμάτιο γεμίζει με ήχους. Η χροιά μιας γνώριμης φωνής απλώνεται στον χώρο, μια χροιά που αν δεν την ξέρεις, μπορεί να σε ξενίσει. Μα για μένα, αυτή η φωνή είναι κάτι γνώριμο, σαν φίλος που με συντροφεύει στις σιωπές. Χαμογελώ. Μερικές φωνές κουβαλούν μέσα τους ολόκληρες ιστορίες.

Οι σκέψεις μου αφήνουν τις εκκρεμότητες στην άκρη, και αρχίζω να γράφω. Η αίσθηση είναι μαγική—σαν να ανοίγεται μπροστά μου ένας ατελείωτος ορίζοντας. Κάθε λέξη απελευθερώνεται, σαν πουλί που πετάει ανέμελο σε πολιτείες που δεν γνώρισα ποτέ. Και εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν μπορεί να με αγγίξει. Ούτε οι δυσκολίες, ούτε τα μικρά δράματα της ημέρας. Μόνο η λέξη που γεννιέται, η σκέψη που γίνεται πραγματικότητα πάνω στο χαρτί. Ώρες αργότερα, νιώθω πως η ψυχή μου έχει στεγνώσει από λέξεις και αφήνω κάτω το στυλό. Για σήμερα, αρκεί.

Η επόμενη κίνησή μου είναι να χαθώ μέσα στη λογοτεχνία—να διαβάσω για τον Ρομαντισμό, για εκείνες τις ιδέες που γέννησαν μια ολόκληρη εποχή νοσταλγίας και πάθους. Η κάθε φράση που διαβάζω είναι σαν σπίθα μέσα μου, σαν μια συνάντηση με σκέψεις που πάντα υπήρχαν αλλά δεν είχα ακόμα αγγίξει. Μπορεί ένας άνθρωπος να σταματήσει να σκέφτεται, να ζήσει απλά μέσα στις ιστορίες, δίχως να αναζητά κάτι παραπάνω; Είναι μια ερώτηση που με τριγυρίζει σήμερα.

Και τότε ακούω το Λευκό Γιασεμί. Σαν κάλεσμα, σαν υπόσχεση. Παίρνω το στυλό και βυθίζομαι σε μια νέα έρευνα—αναζητώ τον Ρενουάρ, τον ρομαντικό στοχαστή που έχει καταφέρει να γίνει κομμάτι της ζωής μου. Τον ανακαλύπτω ξανά και ξανά, μέσα από τις ταινίες του, από τις σειρές, από το ραδιόφωνο. Είναι ένας δημιουργός που δεν μένει στα όρια μιας τέχνης—υπάρχει παντού, σαν σκιά που αφήνει ίχνη σε κάθε μορφή αφήγησης.

Και τότε, σαν φυσική συνέχεια, ξαναβλέπω τα Φτηνά Τσιγάρα. Μια ταινία που δεν είναι απλώς εικόνες και διάλογοι, αλλά κομμάτι μιας άλλης Αθήνας—μιας πόλης πιο σκοτεινής, πιο αινιγματικής, πιο ρομαντικής. Αυτή η ταινία κουβαλάει μέσα της μια αλήθεια που δύσκολα περιγράφεται. Είναι η διαδρομή στις άδειες νυχτερινές λεωφόρους, η προσμονή για κάτι που δεν έχει έρθει ακόμα. Ο ίδιος ο δημιουργός το λέει—η Αθήνα είναι η πιο ρομαντική πόλη του κόσμου. Κι εγώ το νιώθω.

Όπως λέει ΣΤΑ ΦΘΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ: η ζωή, εκείνη ξέρει. Κι εγώ την εμπιστεύομαι.

Μέχρι και τον Νυχτερινό Εκφωνητή, την ταινία που παίχτηκε πέρσι. Είναι διαφορετική, μα με την ίδια ανάσα νοσταλγίας. Δεν τον λατρεύω απλώς ως ηθοποιό—τον αγαπώ ως δημιουργό που ξέρει να αποτυπώνει συναισθήματα. Ως άνθρωπο που μπορεί να με κάνει να κοιτάξω μια πόλη και να την ξαναδώ από την αρχή.

Λίγους μήνες  μετά επιστρέφω στην έρευνα… Τις τελευταίες μέρες νιώθω μια απέναντι απόγνωση. Είναι εκεί, σαν να κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου, με κοιτάζει χωρίς να μιλά, και κυριεύει τον νου μου σιωπηλά. Μόλις ολοκληρώθηκε η προβολή που παρακολούθησα: η Καρδιά του Κτήνους, κατάλαβα γιατί. Πώς ενώνονται μια ταινία σαν αυτή, τα φτηνά τσιγάρα και ο νυχτερινός εκφωνητής μέσα σε λίγα μόνο πλάνα; Κι όμως, στην τελευταία σκηνή, εκεί όπου οι τσολιάδες περνούν μπροστά από τον Στέφανο σαν φαντάσματα παλαιότερων Χριστουγέννων, είδα κάτι που με πάγωσε. Ένα σημάδι εποχής που ξεθωριάζει. Μιας Ελλάδας που σβήνει ήσυχα μέσα απ’ το βλέμμα ενός ανθρώπου που μοιάζει να μην ανήκει πουθενά. Εκεί, στα μάτια του, αντίκρισα έναν άλλο Μέγα Ανατολικό — όχι εκείνον του ονείρου, αλλά αυτόν που παλεύει απελπισμένα να βγει στην επιφάνεια, σε μια κοινωνία χωρίς πρόσωπο, μόνο με κτηνωδία. Το σκοτεινό κομμάτι του κάθε ανθρώπου... αυτό που κρύβεται βαθιά, ξυπνά καμιά φορά. Και τότε η καρδιά γίνεται ένα τεράστιο, βουβό κτήνος. Δεν ουρλιάζει — απλώς καταπίνει. Πνίγει ό,τι θετικό θες να νιώσεις, κατασπαράζει κάθε ίχνος φωτός που παλεύει να περάσει από μέσα σου. Ό,τι πίστευες ότι σε κρατά άνθρωπο, σαπίζει εκεί, χωρίς φωνή. Ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία αυτής της ιστορίας. Πόσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος μέσα στο δικό του σκοτάδι. Όχι για να βγει αλώβητος — αυτό δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Αλλά για να βγει. Και να συνεχίσει. Να σταθεί. Να είναι ακόμα εδώ.

Έπεται συνέχεια. Μείνε συντονισμένος/ή αν αγαπάς φωνές που σου ξυπνούν αναμνήσεις και βλέπεις τον ρομαντισμό στα απλά, καθημερινά και ασήμαντα πράγματα που δεν φαίνονται με τηλεσκόπιο αλλά με την καρδιά σου ανοιχτή. 


Ηλιοτρόπιο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σκέψεις και αποφάσεις μιας ονειροπόλας

Άραγε πότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος; Όταν έχεις χρήματα, δόξα και επιτυχία; Δεν νομίζω πως ολοκληρώνεσαι με αυτά τα τρία. Από μικρή άρχ...