Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Στο ατελείωτο θέατρο του νου μου, εσύ ήσουν πάντα το πρώτο σκηνικό


 

21 Ιουλίου 2025

Μερικές φορές κοιτάζω το πληκτρολόγιο με άδειο βλέμμα και αναρωτιέμαι ποιο θα είναι το επόμενο τρυφερό, ανατρεπτικό, ονειροπόλο κείμενο που θα γράψω. Και απλά… μπλοκάρω. Ώσπου ακούω ένα μελαγχολικό, αισθαντικό, αδιόρατα ρομαντικό τραγούδι — και όλα αλλάζουν. Η δροσερή μυρωδιά του δυόσμου στο παγωμένο νερό, ο καυτός, πηχτός αέρας που αγκαλιάζει το δέρμα μου, το βλέμμα που χάνεται στο ατελείωτο, γυμνό ταβάνι. Και τότε, αυτή η άγνωστη φωνή με την μαγευτική χροιά, με ξεκλειδώνει.

Ξαφνικά, μεταφέρομαι στη Ρώμη. Όχι απλώς σε μια πόλη — αλλά σε ένα σκηνικό από μάρμαρο και μνήμη. Περπατώ δίπλα στο επιβλητικό Κολοσσαίο, στέκομαι για λίγο μπροστά από το Pantheon στην Piazza della Rotonda, νιώθοντας το βάρος του χρόνου. Αφήνομαι στη δροσιά των τριβανιών στην Piazza Navona, εκεί που τα αγάλματα του Fontana dei Quattro Fiumi μοιάζουν να μου ψιθυρίζουν ιστορίες χαμένες στη σιωπή. Κάθομαι σε ένα μικρό, γραφικό εστιατόριο. Παραγγέλνω μακαρόνια με κόκκινη, πικάντικη σάλτσα, με τα άθλια αλλά χαριτωμένα ιταλικά μου.

Κι εκείνος εμφανίζεται. Γοητευτικός, με ανεπιτήδευτη λάμψη. Αγαπησιάρης, με βλέμμα που σε τυλίγει πριν σε κοιτάξει. Ερωτεύσιμος, γιατί μοιάζει να έχει γραφτεί μέσα από τις πιο ευάλωτες φράσεις μου. Βγάζει τα μαύρα του γυαλιά και τα σκούρα, γλυκά, παιχνιδιάρικα μάτια του συναντούν τα δικά μου. Στα χέρια του κρατά δύο σακούλες — η μία γεμάτη αρωματικό παγωτό με καβουρδισμένο αμυγδαλό και φουντούκι, και η άλλη γεμάτη βιβλία που μοιάζουν να έχουν διαλέξει εμένα πριν τα διαλέξω εγώ. Κάθεται δίπλα μου. Εγώ παγώνω, δεν μιλώ, δεν αναπνέω. Και εκείνος γελά, βλέποντας το πρόσωπό μου να φωτίζεται από έκπληξη. "Σ’ αγαπώ", μου λέει. "Και στην άκρη του κόσμου να πήγαινες, εγώ θα σε ’βρισκα." Ήταν μια στιγμή χωρίς λέξεις. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει. Ακούμπησε απαλά τον καρπό μου, σαν να διάβαζε την ιστορία που δεν τόλμησα να γράψω.

Τα δάχτυλά του γλίστρησαν σαν σκιές, σαν αποδοχή. Δεν φοβήθηκε την αλήθεια μου — και για λίγο, δεν τη φοβήθηκα κι εγώ. Οι ώρες περνούν αθόρυβα, ανεπιτήδευτα. Περπατάμε χέρι-χέρι στην Piazza di Spagna, τρώγοντας παγωτό, προσπαθώντας να ξεφύγουμε από τα λυσσασμένα δίκυκλα που τρέχουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Οι ντόπιοι φωνάζουν, γελούν, κουνάνε τα χέρια τους — κι εμείς υπάρχουμε ανάμεσά τους, σαν κινηματογραφικό στιγμιότυπο.

Το βράδυ φτάνει.

Μπαίνουμε στο ενοικιαζόμενο δωμάτιο, ξαπλώνουμε στο δροσερό, γυμνό πάτωμα. Αγκαλιαζόμαστε, σιωπηλοί, ένθερμοι, αφοσιωμένοι. Και το ξημέρωμα μας βρίσκει γυμνούς — πνευματικά και σωματικά. Για δέκα λεπτά, δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο.

Ώσπου η φωνή της μητέρας μου ξεριζώνει την εικόνα από μέσα μου. Το ταβάνι του δωματίου με επιστρέφει στην πραγματικότητα. Η καρδιά μου αδειάζει. Ο Chris Grey παίζει στο ραδιόφωνο. Κι εγώ ξέρω πως όλο αυτό ήταν απλώς μια βαθιά, προσωπική, εύθραυστη επιθυμία. Εγώ — εκείνος — όπου γράφω, εκεί πάντα είσαι. Σαν σκιά πίσω από κάθε λέξη. Σαν ανάσα μέσα στη σιωπή μου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σκέψεις και αποφάσεις μιας ονειροπόλας

Άραγε πότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος; Όταν έχεις χρήματα, δόξα και επιτυχία; Δεν νομίζω πως ολοκληρώνεσαι με αυτά τα τρία. Από μικρή άρχ...