Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Ο Ατέρμονος Χορός Της Δημιουργίας


 

Αγαπημένη μου Βίβιαν,

Για μένα, η δημιουργία είναι σαν ένας χορός που δεν σταματά ποτέ. Μερικές φορές είναι ήρεμος και γλυκός, άλλες φορές έντονος και γεμάτος ένταση. Όταν γράφω, νιώθω σαν να βρίσκομαι ανάμεσα σε δύο δυνάμεις – το φως και το σκοτάδι – και προσπαθώ να βρω ισορροπία ανάμεσά τους. Μέσα από αυτόν τον αγώνα, γεννιούνται οι λέξεις μου.

Υπάρχουν πράγματα που με τραβούν ξανά και ξανά. Μικρές συνήθειες, μικρές απολαύσεις, όπως η μυρωδιά ενός τσιγάρου, η γεύση της σοκολάτας ή ένα ποτήρι ουίσκι. Αυτά τα μικρά πράγματα με βοηθούν να μπω σε έναν κόσμο όπου μπορώ να δημιουργήσω. Είναι σαν τελετουργία που με φέρνει πιο κοντά στον εαυτό μου.

Υπάρχουν όμως και πιο βαθιές εμμονές. Μια φράση που γεννιέται στο μυαλό μου και δεν με αφήνει ήσυχη μέχρι να την γράψω. Ένα μουσικό κομμάτι που με ταξιδεύει και με γεμίζει εικόνες. Μια ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ακόμα, αλλά την κουβαλάω μέσα μου σαν μυστικό.

Κάποιες νύχτες, όταν όλα είναι ήσυχα, οι σκέψεις μου με κυκλώνουν. Αναρωτιέμαι αν αυτά που γράφω έχουν αξία, αν είναι αληθινά. Εκείνες τις στιγμές, η καρδιά μου και το μυαλό μου προσπαθούν να συνεργαστούν. Και όταν το καταφέρνουν, νιώθω μια δύναμη που με σπρώχνει να συνεχίσω.

Η δημιουργία για μένα δεν είναι απλώς κάτι που κάνω. Είναι τρόπος ζωής. Είναι ο τρόπος που εκφράζομαι, που υπάρχω. Κάθε λέξη που γράφω είναι ένα κομμάτι από εμένα, από την ψυχή μου.

Αυτός ο χορός ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι είναι η ουσία μου. Μέσα από αυτόν βρίσκω νόημα. Ίσως να μην είναι εύκολο να καταλάβεις γιατί οι εμμονές μου είναι τόσο σημαντικές για μένα. Αλλά αν αυτές είναι που με κάνουν να δημιουργώ, τότε δεν θέλω να τις χάσω. Είναι το φως και το σκοτάδι μου. Είναι η αλήθεια μου.

Με αγάπη, 

ηλιοτρόπιο

 


Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Σάββατα που ζούσα για Εμάς

 

Κάποτε, τα Σαββατοκύριακα ήταν για μένα σαν ανάσα ζωής. Η κάθε στιγμή τους είχε ένα ειδικό βάρος, μια ξεχωριστή σημασία. Ειδικά το Σάββατο – μια μέρα που είχε τη μαγεία μιας ιεροτελεστίας. Ήταν η μέρα που ζούσα για εμάς, η μέρα που η προσμονή να σε δω γινόταν η κινητήριος δύναμή μου. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που το νερό του πρωινού μπάνιου άγγιζε το δέρμα μου, ξυπνώντας με απαλά. Ούτε ο ήλιος δεν είχε ανέβει καλά στον ουρανό, και εγώ ήδη προετοιμαζόμουν για τη συνάντησή μας. Μετά το μπάνιο, τυλιγόμουν με το αγαπημένο μου μπουρνούζι και περπατούσα προς το δωμάτιό μου. Το δωμάτιο πλημμύριζε από τις ηλιαχτίδες που έλουζαν το πρόσωπό μου μόλις τραβούσα τις κουρτίνες. Στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και, ενώ έφτιαχνα τα μαλλιά μου, παρατηρούσα το χαμόγελο που εμφανιζόταν αβίαστα – ένα χαμόγελο που μόνο εσύ μπορούσες να μου χαρίσεις, ακόμη και αν δεν ήσουν εκεί εκείνη τη στιγμή.

Η στιγμή της αναχώρησης ήταν πάντα γεμάτη με έναν ανομολόγητο ενθουσιασμό. Το βήμα μου προς το σημείο συνάντησής μας ήταν σταθερό, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Κρατούσα τη μάσκα της ψυχραιμίας, το ευγενικό μου χαμόγελο πάντα στη θέση του, ενώ μέσα μου επικρατούσε μια καταιγίδα συναισθημάτων. Πριν καν σε δω, πριν καν αντιληφθείς την παρουσία μου, ένα συγκεκριμένο τραγούδι αντηχούσε στο μυαλό μου. "Is that enough, for your love, the flame... I keep inside burns through rainy nights." Κάθε νότα, κάθε στίχος, σαν ένα μουσικό χαλί που με συνόδευε καθώς σε πλησίαζα. Και όταν οι ματιές μας διασταυρώνονταν, το τραγούδι σταματούσε, και η καρδιά μου φτερούγιζε. Ήμουν ξανά σπίτι μου, μέσα στην αγκαλιά σου. Στην αγκαλιά σου ένιωθα ασφαλής, ζωντανή, ολόκληρη. Ο χρόνος εκείνες τις στιγμές έχανε την έννοιά του. Ανέπνεα το δικό μου "φθινόπωρο" – την αίσθηση της γαλήνης και της ολοκλήρωσης που μόνο εσύ μπορούσες να μου δώσεις. Ακόμα και η ανάμεικτη γεύση του καπνού και των μήλων στο φιλί σου γινόταν μια γλυκιά ανάμνηση. Όταν καθόμασταν στο τραπέζι, πάντα έβρισκα το τσάι μου ζεστό να με περιμένει. Έπινα δύο γουλιές σιωπηλά, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως όλο αυτό δεν ήταν απλώς ένα όνειρο. Και τότε, με μια μαγική απλότητα, εσύ άρχιζες να μιλάς. Η φωνή σου ήταν σαν μελωδία, και το κάθε σου λόγο τον απορροφούσα λαίμαργα.

Και όταν μου άπλωνες το χέρι, το δικό μου χανόταν μέσα στο δικό σου. Αυτή η χειρονομία ήταν για μένα ιερή. Ήταν η υπενθύμιση ότι ανήκα κάπου. Και αυτό το κάπου ήσουν εσύ. Η στιγμή που μου έλεγες "Πάμε;" ήταν πάντα η αρχή μιας νέας περιπέτειας. Δεν με ενδιέφερε πού θα πηγαίναμε – η μόνη μου έγνοια ήταν να είμαι μαζί σου. Ρουφούσα την κάθε στιγμή, τη ζούσα με ένταση, γιατί βαθιά μέσα μου υπήρχε πάντα ένας φόβος. Ένα προαίσθημα πως κάποια μέρα τα Σάββατά μας θα τελείωναν.

Μια μέρα, στις 15:00 το απόγευμα, ο παράδεισος μας διακόπηκε από το χτύπημα του κινητού μου. Το τηλέφωνο χτυπούσε σαν μανιασμένο, και για λίγο αναγκάστηκα να βγω από την αγκαλιά σου. Ήταν η μητέρα μου. Μόλις την καθησύχασα, γύρισα πάλι στην ασφάλεια που μόνο εσύ μπορούσες να μου δώσεις.

"Γιατί έφυγες από κοντά μου;" με ρώτησες ψιθυριστά, χωρίς να ανοίξεις τα μάτια σου. Χαμογέλασες, και άνοιξες τα χέρια σου. Ένιωσα ξανά σπίτι μου, ενώ εσύ μου θύμιζες πώς είναι να ζεις, να αγαπάς, να παραδίνεσαι. Τώρα πια, τα Σάββατα περνούν χωρίς εσένα, Βίβιαν. Οι αναμνήσεις σου είναι η μόνη μου συντροφιά.

Αναζητώ τη ζεστασιά της αγκαλιάς σου, την ασφάλεια που μόνο εσύ μπορούσες να μου προσφέρεις, και το φθινόπωρο που ζούσα κοντά σου. Ζήσαμε μαζί έναν μικρό παράδεισο, έναν παράδεισο που θα κρατήσω για πάντα μέσα μου.




Δεν την αποχαιρετώ

 


Πέρασαν μέρες. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γράψω. Δεν ήξερα αν μπορούσα. Η σκέψη της Θεοδώρας ερχόταν και ξαναερχόταν, σαν κύμα που δεν λέει να κοπάσει. Την 15η Αυγούστου έφυγε ξαφνικά. Και τίποτα δεν ήταν ίδιο από τότε. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν κάποιο λάθος, ένα κακόγουστο αστείο. Μα δεν ήταν. Ήταν η απουσία της — απόλυτη. Και εγώ, απλώς προσπαθούσα να την χωρέσω μέσα μου.

Η Θεοδώρα ήταν ένα κορίτσι ξεχωριστό. Δημιουργική, λογική, με χιούμορ που δεν έμοιαζε με κανενός. Ζούσε στην επαρχία, αγαπούσε τα βιβλία, και με διάβαζε — όχι μόνο στα λόγια, αλλά γενικώς. Με στήριζε, με άκουγε, με καταλάβαινε. Κι εγώ ήμουν εκεί για εκείνη. Η σχέση μας δεν είχε φωνές. Είχε ουσία.

Την είχα δει από κοντά μόνο δύο φορές. Το ήθελα περισσότερο, το είχα φανταστεί, αλλά δεν τα κατάφερα. Κι όμως, αυτές οι δύο φορές ήταν ουσιαστικές. Δεν είχαν τίποτα επιφανειακό — ήταν γεμάτες αλήθεια, σύνδεση, και μια αίσθηση οικειότητας που δεν χωράει σε λέξεις. Και αυτό τώρα με πονάει. Ήταν σαν να την ήξερα μια ζωή, κι όμως δεν είχαμε βρεθεί όσο θα ήθελα. Κι όμως, η παρουσία της ήταν τόσο αληθινή, τόσο βαθιά, που η απουσία της τώρα μοιάζει δύσκολη.

Ίσως δεν χρειάζεται αποχαιρετισμός. Ίσως η μνήμη της να είναι αρκετή. Οι λέξεις της, οι στιγμές μας, οι σιωπές που μοιραστήκαμε. Θα συνεχίσω να της μιλάω, να τη σκέφτομαι, να την κουβαλάω. Γιατί η Θεοδώρα δεν ήταν απλώς μια φίλη. Ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Και αυτό δεν χάνεται.




Σκέψεις και αποφάσεις μιας ονειροπόλας

Άραγε πότε είσαι πραγματικά ευτυχισμένος; Όταν έχεις χρήματα, δόξα και επιτυχία; Δεν νομίζω πως ολοκληρώνεσαι με αυτά τα τρία. Από μικρή άρχ...