Κάποτε, τα Σαββατοκύριακα ήταν για μένα σαν ανάσα ζωής. Η κάθε στιγμή τους είχε ένα ειδικό βάρος, μια ξεχωριστή σημασία. Ειδικά το Σάββατο – μια μέρα που είχε τη μαγεία μιας ιεροτελεστίας. Ήταν η μέρα που ζούσα για εμάς, η μέρα που η προσμονή να σε δω γινόταν η κινητήριος δύναμή μου. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που το νερό του πρωινού μπάνιου άγγιζε το δέρμα μου, ξυπνώντας με απαλά. Ούτε ο ήλιος δεν είχε ανέβει καλά στον ουρανό, και εγώ ήδη προετοιμαζόμουν για τη συνάντησή μας. Μετά το μπάνιο, τυλιγόμουν με το αγαπημένο μου μπουρνούζι και περπατούσα προς το δωμάτιό μου. Το δωμάτιο πλημμύριζε από τις ηλιαχτίδες που έλουζαν το πρόσωπό μου μόλις τραβούσα τις κουρτίνες. Στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και, ενώ έφτιαχνα τα μαλλιά μου, παρατηρούσα το χαμόγελο που εμφανιζόταν αβίαστα – ένα χαμόγελο που μόνο εσύ μπορούσες να μου χαρίσεις, ακόμη και αν δεν ήσουν εκεί εκείνη τη στιγμή.
Η στιγμή της αναχώρησης ήταν πάντα γεμάτη με έναν ανομολόγητο
ενθουσιασμό. Το βήμα μου προς το σημείο συνάντησής μας ήταν σταθερό, αλλά η καρδιά
μου χτυπούσε σαν τρελή. Κρατούσα τη μάσκα της ψυχραιμίας, το ευγενικό μου
χαμόγελο πάντα στη θέση του, ενώ μέσα μου επικρατούσε μια καταιγίδα
συναισθημάτων. Πριν καν σε δω, πριν καν αντιληφθείς την παρουσία μου, ένα
συγκεκριμένο τραγούδι αντηχούσε στο μυαλό μου. "Is that enough, for your
love, the flame... I keep inside burns through rainy nights." Κάθε νότα,
κάθε στίχος, σαν ένα μουσικό χαλί που με συνόδευε καθώς σε πλησίαζα. Και όταν
οι ματιές μας διασταυρώνονταν, το τραγούδι σταματούσε, και η καρδιά μου
φτερούγιζε. Ήμουν ξανά σπίτι μου, μέσα στην αγκαλιά σου. Στην αγκαλιά σου
ένιωθα ασφαλής, ζωντανή, ολόκληρη. Ο χρόνος εκείνες τις στιγμές έχανε την
έννοιά του. Ανέπνεα το δικό μου "φθινόπωρο" – την αίσθηση της γαλήνης
και της ολοκλήρωσης που μόνο εσύ μπορούσες να μου δώσεις. Ακόμα και η ανάμεικτη
γεύση του καπνού και των μήλων στο φιλί σου γινόταν μια γλυκιά ανάμνηση. Όταν
καθόμασταν στο τραπέζι, πάντα έβρισκα το τσάι μου ζεστό να με περιμένει. Έπινα
δύο γουλιές σιωπηλά, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως όλο αυτό δεν ήταν απλώς ένα
όνειρο. Και τότε, με μια μαγική απλότητα, εσύ άρχιζες να μιλάς. Η φωνή σου ήταν
σαν μελωδία, και το κάθε σου λόγο τον απορροφούσα λαίμαργα.
Και όταν μου άπλωνες το χέρι, το δικό μου χανόταν μέσα στο δικό σου. Αυτή
η χειρονομία ήταν για μένα ιερή. Ήταν η υπενθύμιση ότι ανήκα κάπου. Και αυτό το
κάπου ήσουν εσύ. Η στιγμή που μου έλεγες "Πάμε;" ήταν πάντα η αρχή
μιας νέας περιπέτειας. Δεν με ενδιέφερε πού θα πηγαίναμε – η μόνη μου έγνοια
ήταν να είμαι μαζί σου. Ρουφούσα την κάθε στιγμή, τη ζούσα με ένταση, γιατί
βαθιά μέσα μου υπήρχε πάντα ένας φόβος. Ένα προαίσθημα πως κάποια μέρα τα
Σάββατά μας θα τελείωναν.
Μια μέρα, στις 15:00 το απόγευμα, ο παράδεισος μας διακόπηκε από το
χτύπημα του κινητού μου. Το τηλέφωνο χτυπούσε σαν μανιασμένο, και για λίγο
αναγκάστηκα να βγω από την αγκαλιά σου. Ήταν η μητέρα μου. Μόλις την
καθησύχασα, γύρισα πάλι στην ασφάλεια που μόνο εσύ μπορούσες να μου δώσεις.
"Γιατί έφυγες από κοντά μου;" με ρώτησες ψιθυριστά, χωρίς να
ανοίξεις τα μάτια σου. Χαμογέλασες, και άνοιξες τα χέρια σου. Ένιωσα ξανά σπίτι
μου, ενώ εσύ μου θύμιζες πώς είναι να ζεις, να αγαπάς, να παραδίνεσαι. Τώρα
πια, τα Σάββατα περνούν χωρίς εσένα, Βίβιαν. Οι αναμνήσεις σου είναι η μόνη μου
συντροφιά.
Αναζητώ τη ζεστασιά της αγκαλιάς σου, την ασφάλεια που μόνο εσύ μπορούσες να μου προσφέρεις, και το φθινόπωρο που ζούσα κοντά σου. Ζήσαμε μαζί έναν μικρό παράδεισο, έναν παράδεισο που θα κρατήσω για πάντα μέσα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου